Το Αρχείο ΕΡΤ για την επέτειο θανάτου του μεγάλου μουσικού Βασίλη Τσιτσάνη, στις 18 Ιανουαρίου 1984, παρουσιάζει το επεισόδιο της σειράς ΑΙΩΝΑΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ 1912-2012 με τίτλο Ο ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, όπου παρουσιάζεται η σχέση της συμπρωτεύουσας με τον Βασίλη Τσιτσάνη μέσα από αφηγήσεις και μαρτυρίες καλλιτεχνών και ανθρώπων που τον γνώρισαν ή μελέτησαν το έργο του, ενώ προβάλλονται αποσπάσματα από τραγούδια, συνεντεύξεις και εμφανίσεις του.
Ο Βασίλης Τσιτσάνης γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας στις 18 Ιανουαρίου 1915 και η πρώτη του επαφή με τη μουσική έγινε μέσα από τα κλέφτικα τραγούδια που έπαιζε ο πατέρας του. Μετά την απώλεια του πατέρα του σε ηλικία 12 ετών και κατά τη φοίτηση στο γυμνάσιο έμαθε βιολί και το 1936 κατέβηκε στην Αθήνα με το σκοπό να σπουδάσει νομικά ενώ παράλληλα εργαζόταν σε ταβέρνες για να βιοπορίζεται. Το 1937 ηχογραφεί το πρώτο του τραγούδι κι ακολούθησαν πολλά ακόμη, όπως: «Η αρχόντισσα», «Να γιατί γυρνώ», «Γι’ αυτά τα μαύρα μάτια σου», αλλά και συνεργασίες με μουσικούς όπως οι Στράτος Παγιουμτζής, Στελλάκης Περπινιάδης, Στέλιος Κερομύτης και Μάρκος Βαμβακάρης. Τα χρόνια της κατοχής τα πέρασε στη Θεσσαλονίκη, δουλεύοντας σε διάφορα μαγαζιά και τότε έγραψε πολλά από τα τραγούδια που ηχογράφησε μετά τον πόλεμο, όπως: «Αχάριστη», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Νύχτες μαγικές», «Ντερμπεντέρισσα», «Συννεφιασμένη Κυριακή» για να αναφέρουμε μόνο μερικά. Το 1946 επιστρέφει στην Αθήνα και ηχογραφεί τραγούδια του τα οποία ερμηνεύουν μεγάλες φωνές όπως οι Μαρίκα Νίνου, Σωτηρία Μπέλλου, Πρόδρομος Τσαουσάκης, Στέλιος Καζαντζίδης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Πάνος Γαβαλάς, Μανώλης Αγγελόπουλος, Καίτη Γκρέυ, Πόλυ Πάνου, Χαρούλα Λαμπράκη, Σταμάτης Κόκοτας αλλά και ο ίδιος. Με τραγούδια όπως τα «Είμαστε αλάνια», «Πέφτουν της βροχής οι στάλες», «Όμορφη Θεσσαλονίκη», «Κάνε λιγάκι υπομονή», «Καβουράκια», «Ξημερώνει και βραδιάζει», «Απόψε στις ακρογιαλιές», «Της Γερακίνας γιός» σημειώνει τεράστιες επιτυχίες και ξεχωρίζει στο ελληνικό μουσικό στερέωμα. Η συνεισφορά του Τσιτσάνη στην ελληνική λαϊκή μουσική είναι πολύ σημαντική, μιας και εκείνος έβγαλε το ρεμπέτικο από το περιθώριο και το εμπότισε με στοιχεία δυτικής μουσικής, πρόσθεσε όργανα όπως το πιάνο και το ακορντεόν στη λαϊκή ορχήστρα, ενώ πρωτοτύπησε και στιχουργικά, και ανέδειξε το ρόλο του ρεφρέν και καθιστώντας το είδος του ρεμπέτικου σε μουσική τέχνη. Το Αρχείο της ΕΡΤ, για την επέτειο από τη θάνατο του Βασίλη Τσιτσάνη στις 18 Ιανουαρίου 1984, παρουσιάζει την εκπομπή:
Στο συγκεκριμένο επεισόδιο της σειράς, παρουσιάζεται η σχέση της Θεσσαλονίκης με τον Βασίλη Τσιτσάνη, περιλαμβάνονται αποσπάσματα από συνεντεύξεις και εμφανίσεις του Τσιτσάνη, ο οποίος μιλάει για την οικογένειά του, τον πατέρα και τη μητέρα του, αφηγείται την πρώτη του επαφή με το βιολί, τις πρώτες του ηχογραφήσεις και τις μεγάλες επιτυχίες που συνέθεσε και ηχογράφησε. Περιγράφεται η ζωή του από τις σπουδές νομικών στην Αθήνα μέχρι την αφοσίωσή του στη μουσική, το μπουζούκι και το ρεμπέτικο.
Το 1938 υπηρετεί στο τάγμα τηλεγραφητών στη Θεσσαλονίκη όπου συνεχίζει να γράφει και να ηχογραφεί σε κάθε άδεια που κατεβαίνει στην Αθήνα. Στη Θεσσαλονίκη θα γνωρίσει τον μουσικό Γιώργο Τσανάκα με τον οποίο θα γίνουν στενοί φίλοι, κουμπάροι και θα συνεργαστούν. Η Κική Τσανάκα, κόρη του Γιώργου, μιλάει για τον πατέρα της, τη μουσική του πορεία και τη γνωριμία με τον Τσιτσάνη, τη φιλία και την κουμπαριά τους. Ο Τσιτσάνης στο πειθαρχείο, στη Θεσσαλονίκη γράφει μερικά από τα πολύ γνωστά του τραγούδια, ενώ κατά την περίοδο αυτή που υπηρετούσε στη Θεσσαλονίκη αναφέρεται και η συνεργασία του Τσιτσάνη με τον Τάκη Μπίνη τον οποίο βοήθησε ο πρώτος όταν τον κυνηγούσε το Μεταξικό καθεστώς και αργότερα οι ταγματασφαλίτες, ενώ αντίστοιχα στήριξε και τον Γιώργο Μητσάκη τον οποίο γνώρισε στη Θεσσαλονίκη. Γίνεται μνεία στο τραγούδι «Αρχόντισσα» του Τσιτσάνη, το οποίο πέρα από μεγάλη επιτυχία, αποτέλεσε σημείο καμπής για το ελληνικό τραγούδι. Στη Θεσσαλονίκη θα γνωρίσει τη μελλοντική γυναίκα του, τη Ζωή Σαμαρά. Κατά τη διάρκεια του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου εκείνος υπηρετεί στο μέτωπο της Αλβανίας, αρρωσταίνει, γυρνάει στα Τρίκαλα και έπειτα βρίσκεται ξανά στη Θεσσαλονίκη. Περιγράφονται οι αντίξοες συνθήκες κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η φτώχεια και η πείνα που μάστιζε τον πληθυσμό. Από την άνοιξη του 1942 ο Τσιτσάνης εμφανίζεται στη μάντρα του Δαλαμάγκα στα Κούτσουρα και σε άλλα μαγαζιά της Θεσσαλονίκης όπου ο κόσμος συρρέει για να τον ακούσει. Τον Ιούνιο του 1942 φτιάχνει το δικό του μαγαζί και έτσι ξεκινάει η ιστορία του «Ουζερί Τσιτσάνης» στο κέντρο της πόλης. Περιγράφεται η λειτουργία του μαγαζιού, οι θαμώνες, η κατάσταση στη Θεσσαλονίκη της κατοχής, η πείνα και η φτώχεια, ενώ αναφέρονται τα τραγούδια που έγραψε εκείνη την περίοδο ο Τσιτσάνης. Ο κουνιάδος και συνεργάτης του Τσιτσάνη, Ανδρέας Σαμαράς, σε απόσπασμα από την εκπομπή του Κώστα Μπλιάτκα «Παρέες της Θεσσαλονίκης» περιγράφει τη λειτουργία του Ουζερί Τσιτσάνης. Ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος μιλάει για την αξία της μουσικής του Τσιτσάνη τον οποίο χαρακτηρίζει μεγάλο λαϊκό συνθέτη σε επίπεδο μεγαλοφυίας.
Ειδική αναφορά γίνεται στην ιστορία γύρω από τη σύνθεση της «Συννεφιασμένης Κυριακής» από τον Βασίλη Τσιτσάνη κατά την περίοδο της Κατοχής στη Θεσσαλονίκη, για την οποία μιλάει βουλευτής Γιώργος Λιάνης. Ο ίδιος μιλάει και για τη σχέση του Τσιτσάνη με τον Νίκο Μουσχουντή , τον κουμπάρο του Τσιτσάνη, ο οποίος υπηρετούσε στην ασφάλεια της Θεσσαλονίκης, αγαπούσε το ρεμπέτικο, λάτρευε τον Τσιτσάνη και προστάτευε τους ρεμπέτες της συμπρωτεύουσας. Ο μουσικός Νίκος Στρουθόπουλος μιλάει για τη σχέση και τη συνεργασία του Βασίλη Τσιτσάνη με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη (Μουτάφογλου ήταν το κανονικό του όνομα). Ο γιος του Πρόδρομου, Δημήτρης Τσαουσάκης θυμάται τον τρόπο με τον οποίο ο Τσιτσάνης κατάφερε να πείσει τον πατέρα του να κατέβει στην Αθήνα.
Στο τελευταίο μέρος γίνεται αναφορά στη μεγάλη επίδραση του Τσιτσάνη στην ελληνική μουσική, ενώ σημειώνεται η επίδραση της Θεσσαλονίκης στον ίδιο τον Τσιτσάνη καθώς και στο γεγονός ότι ακόμα και μετά τη μετακόμισή του στην Αθήνα, επέστρεφε τακτικά για εμφανίσεις στη Θεσσαλονίκη, στην οποία είχε αδυναμία και έζησε εκεί τα πιο δύσκολα χρόνια της ζωής του.
Κατά τη διάρκεια της εκπομπής ακούγονται αποσπάσματα από πολλά τραγούδια του Τσιτσάνη.