Εβδομάδα Αφιερωμένη στον Jacques Ibert (1890 – 1962)
O Jacques Ibert γεννήθηκε στις 15 Αυγούστου του 1890 στο Παρίσι. Ο πατέρας του ο Antoine ήταν ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας που ασχολείτο με το εμπόριο, και η μητέρα του η Marguerite ήταν μια ταλαντούχα πιανίστρια που είχε σπουδάσει με τον Antoine François Marmontel, και ήταν εκείνη που ενθάρρυνε τα μουσικά ενδιαφέροντα του νεαρού Jacques. Στα τέσσερά του άρχισε να μαθαίνει βιολί και στη συνέχεια πιάνο με τη μητέρα του και μια πολύ γνωστή και σεβαστή Γαλλίδα καθηγήτρια πιάνου της εποχής, την Marie Deré που τον προετοίμασε για να μπει στο Κονσερβατουάρ του Παρισιού το 1910. Στην τάξη της γνώρισε και την μέλλουσα σύζυγό του Rosette Veber. Το 1919 κέρδισε το κορυφαίο μουσικό βραβείο Prix de Rome, για να παραμείνει στη Ρώμη – στη Βίλα των Μεδίκων, από το 1920 ως το 1923 μαζί με τη σύζυγό του. Διαμένοντας στη Ρώμη θα βρουν την ευκαιρία να ταξιδέψουν στην Μεσόγειο και η μουσική που άκουσε σε αυτά τα ταξίδια διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό το προσωπικό του ύφος. Ένα ύφος που διαμορφώθηκε από το Ιμπρεσιονιστικό ρεύμα της εποχής, καθώς και από το νεοκλασικό που ακολούθησαν και τα μέλη της Ομάδας των Έξι. Ο Arthur Honegger μάλιστα είχε πει ότι δεν θα ήταν καθόλου παράξενο αν ο Ibert εθεωρείτο μέλος των “Les Six” μαζί με τους Francis Poulenc, Darius Milhaud, τον ίδιο και τους υπόλοιπους. Ο Έβδομος των Έξι. Για εκείνον ο Ibert ανήκε ουσιαστικά στον ίδιο καλλιτεχνικό κόσμο, παρότι δεν εντάχθηκε επίσημα στην ομάδα. Ένας συνθέτης της εποχής που δήλωνε μεγάλη εκτίμηση για τον Ibert ήταν ο Maurice Ravel, και αυτό φέρει μια βαρύτητα, γιατί ο Ravel δεν μοίραζε εύκολα επαίνους, μιας και ήταν συνθέτης εξαιρετικά απαιτητικός και συχνά αυστηρός στις κρίσεις του. Πέρασαν περίπου 14 χρόνια από την αναχώρησή του από την διαμονή του στην Villa Medici, για να ξαναβρεθεί εκεί αφού διορίστηκε διευθυντής της Γαλλικής Ακαδημίας στη Ρώμη. Η ανάληψη των καθηκόντων του έγινε την 1η Φεβρουαρίου 1937. Ήταν μια ασυνήθιστη επιλογή, επειδή παραδοσιακά τη διεύθυνση αναλάμβαναν κυρίως ζωγράφοι ή γλύπτες. Ο Ibert υπήρξε ο μόνος μουσικός που έφτασε ποτέ σε αυτή τη θέση. Όσοι περιέγραψαν για τη θητεία του τονίζουν ότι ήταν αρκετά φιλελεύθερος ως διευθυντής. Δεν επέβαλε στεγνή ακαδημαϊκή πειθαρχία και αντιμετώπιζε τους νέους καλλιτέχνες περισσότερο ως δημιουργούς παρά ως μαθητές.
Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η άρνησή του να συμβιβαστεί με τις δυνάμεις κατοχής οδήγησε το φιλοναζιστικό καθεστώς του Βισύ να απαγορεύσει τη μουσική του το 1940 και να τον απολύσει από τη θέση του Διευθυντή της Γαλλικής Ακαδημίας. Το όνομά του μπήκε στη «μαύρη λίστα» των φασιστικών αρχών, αναγκάζοντάς τον να καταφύγει στην Αντίμπ και αργότερα να ζήσει εξόριστος στην Ελβετία. Μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας τον Αύγουστο του 1944 ο στρατηγός Charles de Gaulle τον ανακάλεσε προσωπικά στο Παρίσι αποκαθιστώντας τον πλήρως στις επίσημες θέσεις του, γεγονός που δείχνει ότι η Γαλλική αντίσταση τον θεωρούσε σύμμαχο των δημοκρατικών αξιών. Από τότε παρέμεινε διευθυντής μέχρι το 1960 — μια εξαιρετικά μακρά θητεία σχεδόν δεκαεπτά ετών αν αφαιρέσουμε τη διακοπή του πολέμου.